Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Νίκος Ψυρούκης - Ιστορία της Αποικιοκρατίας (5 Τόμοι)


[...] Πραγματικά σε ποιο κόσμο ζούμε; Και στο μεγάλο αυτό ερώτημα προσπαθεί να δώσει απάντηση ο συγγραφέας τούτου του έργου.

Η προσπάθειά του δεν απορρέει από περιέργεια. Είναι προσπάθεια για την κριτικά ανατομία της ιστορίας της εποχής μας. Ο συγγραφέας πιστεύει πως η γνώση της πραγματικότητάς μας είναι τόσο αναγκαία όσο απαραίτητα είναι και τα υλικά μέσα για την ύπαρξη και την επιβίωση της ανθρωπότητας. Δε φτάνει να αισθάνονται οι άνθρωποι λεύτεροι ή σκλάβοι. Πρέπει να γνωρίζουν τι είδος είναι η λευτεριά τους ή η σκλαβιά τους. Πρέπει να γνωρίζουν οι άνθρωποι γιατί άλλοι, σαν τους Αγκολέζους, πέφτουν στη μάχη για την ανεξαρτησία τους και γιατί άλλοι, σαν τους καλοθρεμένους των αναπτυγμένων χωρών, τυραννιούνται από την ανία τους. Πρέπει να ξέρουν οι σημερινοί άνθρωποι αν ζουν παράλογα και πού βρίσκεται ο παραλογισμός του τρόπου της ζωής τους. Πρέπει ακόμα να γνωρίζουν γιατί άλλοι στέκονται όρθιοι και γιατί άλλοι σέρνονται σαν τα σκουλήκια.

Η γνώση της ζωής μας σημαίνει βαθειά γνώση του κόσμου μας. Χάρη σ' αυτή μπορούμε ν' αποχτήσουμε δυνάμεις, ζωτικότητα για δημιουργία, μυαλό ικανό να σκεφτεί λύσεις για τα προβλήματά μας, καρδιά και ψυχή αποφασισμένες να επιβάλλουν τους πόθους μας.

Μα η γνώση της ζωής μας δέν αποχτιέται παρά μονάχα με την "αλύπητη κριτική" για το κάθε τι, ακόμα και για τη δική μας γνώμη. Δεν αποχτιέται παρά με την κριτική ανατομία της ανθρώπινης ιστορίας. Και στην περίπτωση των σημερινών ανθρώπων, δεν αποχτιέται παρά μονάχα με την κριτική αντιμετώπιση της Αποικιοκρατίας, του στηλοβάτη της εποχής μας. Έτσι και μονάχα έτσι θα μάθουμε γιατί οι ευρωπαίοι τυχοδιώκτες - πειρατές του 15ου - 18ου αιώνα, κυνηγώνας να αρπάξουν την γνώση και τα υλικά πλούτη της Ανατολής, άνοιγαν άθελά τους το δρόμο για να ανθίσει ο σύγχρονος κόσμος του παράλογου με τις αδιάκοπες πολύμορφες κρίσεις και τις ασταμάτητες πολεμικές συγκρούσεις.

Αυτοί που ανακάλυψαν το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας άνοιγαν παράλληλα και το δρόμο σε κείνους που πέταξαν στο διάστημα. Όμως δεν τους άνοιξαν και το δρόμο για να ζουν ανθρώπινα πάνω στη Γη. Γιατί; Σ' αυτό το ερώτημα προσπαθεί να δώσει απάντηση το έργο.

(από τον πρόλογο του συγγραφέα)

πηγή: http://www.biblionet.gr

Per Lagerkvist - Ο νάνος


"Εγώ όμως τους παρατηρούσα. Τους παρατηρούσα αδιάκοπα χωρίς να με παίρνουν είδηση. Δεν υποψιάζονταν τι έκρυβα στην ψυχή μου. Κανείς δεν το ξέρει. Κανείς δεν ξέρει ότι εγώ, ο νάνος, κρύβω μυστικά στο βάθος του είναι μου όπου κανένας δεν έχει εισχωρήσει ποτέ! Ποιός ξέρει τι κρύβει η πιο κρυφή από όλες, η ψυχή του νάνου, από τον οποίο κρέμεται η μοίρα τους; Ποιός μπορεί να μαντέψει ποιός είμαι στην πραγματικότητα; Καλύτερα που δεν το ξέρουν, γιατί θα τους έπιανε τρόμος. Το χαμόγελο θα έσβηνε στο πρόσωπό τους, τα χείλη του θα μαραίνονταν για πάντα. Όλο το κρασί του κόσμου δεν θα μπορούσε να τα ξανακάνει υγρά και κόκκινα."


Ο νάνος είναι ένας από τους πιο τρομακτικούς λογοτεχνικούς ήρωες που έχω συναντήσει ως τώρα, μου θύμισε τον τρόμο που μου προκάλεσε ο κάτοικος του ντοστογιεφκικού Υπογείου, ενός από τα πρώτα βιβλία που διάβασα σαν έφηβος και που ο τρόπος με τον οποίο παρατηρούσε την ζωή μέσα από το μακρόστενο παράθυρο στο ύψος του δρόμου, μου δημιουργούσε ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια αίσθηση παράξενη κάθε φορά που περπατούσα στον δρόμο. Ο νάνος μένει στο παλάτι, είναι μέλος της βασιλικής αυλής, ένας εξωτικός υπηρέτης. Μέσα από το ημερολόγιο του ερχόμαστε σε επαφή με μια άλλη εποχή, τότε που οι βασιλείς παρέσερναν σε εκστρατείες τον στρατό, τότε που οι ερωμένες έπαιζαν πρωταρχικό ρόλο, τότε που ο λαός πέθαινε από την πείνα και την χολέρα. Ίσως η τότε εποχή να σας θυμίζει έντονα την τωρινή, το έχω και εγώ αυτό το συναίσθημα.

Η επιλογή του νάνου ως φορέα της διήγησης είναι αυτή που μετατρέπει το μυθιστόρημα από ένα απλό ιστορικό μυθιστόρημα σε αριστούργημα. Η άποψη (γιατί σίγουρα δεν πρόκειται για συναίσθημα) του νάνου είναι ακόμα πιο τρομακτική, είτε είναι θετική είτε αρνητική, πως είναι δυνατόν ένα πλάσμα σαν αυτόν να κατακρίνει ή να αποθεώνει μια πράξη; Ο κριτής είναι αυτός που δίνει τις πραγματικές διαστάσεις στο κρινόμενο, έτσι πιστεύω εγώ.

[...]

Ο Λάγκερβιστ μου θύμισε έντονα τον Μπέργκμαν. Το πρόβλημα της ύπαρξης του κακού, η δύναμη της αγάπης, η ανθρώπινη μοναξιά και η θεία σιωπή. Όποιος έχει δει την Πηγή των παρθένων ή την Έβδομη σφραγίδα ίσως συμφωνήσει μαζί μου.

πηγή:  http://no14me.blogspot.gr/2011/07/blog-post_11.html

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Γιώργος Σιώμος - Ο Κορυδαλλός



"Το απόγευμα, την ώρα που γέρνει ο ήλιος στον Κουτσόραχο και κατακερματίζεται το φως, τότε που θες να κλάψεις χωρίς να ξέρεις το γιατί, τότε που επιστρέφουν όσοι έχουν φύγει, φάνηκε κι ο Λιάρης να έρχεται από δυτικά, με όλα τα κουρέλια, στο σπίτι του σφαγέα του."

Δεκαεννιά ιστορίες προσπαθούν να αναστήσουν μιαν εποχή (1950-1967) κι έναν τρόπο ζωής που χάθηκε για πάντα.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Με μεγάλη μου τιμή θα προσπαθήσω πω λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό του φίλου μου Γιώργου Σιώμου. Είναι ένα από τα αναγνώσματα που σε συγκινούν αν σου αρέσουν τα απλά και μεγάλα συναισθήματα. Προσωπικά βέβαια δεν ανήκω στη γενιά που περιγράφει το αυτοβιογραφικό αυτό, σχεδόν σπονδυλωτό και χρονικά δομημένο έργο. Παρόλα αυτά κατάφερε να με κάνει να δω σαν μέσα απο κρυστάλλινη σφαίρα πίσω στο χρόνο και να αισθανθώ συμπάσχων στα δραματιζούμενα που είναι μια σειρά από βαθιά χαραγμένες μνήμες. Μνήμες που δε θα αφήσουν ασυγκίνητο οποιονδήποτε αρέσκεται να συναναστρέφεται με την εντιμότητα, τη νοσταλγία, τον έρωτα, την ποίηση και την ανθρωπιά. Ιδιότητες που ο φίλος μου Γιώργος ομολογώ πως τις διαθέτει με το παραπάνω. Έτσι καταφέρνει μέσα σε λίγες σελίδες με λιτότητα και μαεστρία λογοτεχνική να αποτυπώσει τα πρώτα του βήματα στον πλανήτη αυτό από παιδί έως νέος άνθρωπος και να φτιάξει την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής με εικόνες που στον κινηματογράφο έχουν κατορθώσει -κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη- μονάχα ο Αγγελόπουλος και ο Ταρκόφσκυ. Ο Σιώμος βέβαια διαθέτει πολύ μεγαλη περιεκτικότητα στο χειρισμό του λόγου και ένα κοφτό ύφος που είναι το βασικό χαρακτηριστικό και το σκυρόδεμα αν θέλετε του έργου χωρίς όμως να πέφτει στην παγίδα της άχαρης παράθεσης λέξεων ή σε δυσνόητες νοηματικές κατασκευές. Το αντίθετο μάλιστα. Σας προτρέπω λοιπόν να το διαβάσετε αγαπητοί φίλοι. Είναι ότι πιο ωραίο και αυθεντικό έχω διαβάσει τα τελευταία δέκα χρόνια στη νεοελληνική λογοτεχνία. Ω για το Ωραίο και Α για το Αυθεντικό (γιατί δε μου αρέσουν καθόλου τα ορθογραφικά λάθη). 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Slawomir Mrozek - Ο Ελέφαντας


            Ο διευθυντής του ζωολογικού κήπου οραματιζόταν το μέλλον και αδιαφορούσε για την ουσία και την εκπαιδευτική σημασία της δουλειάς του. Ο ζωολογικός κήπος είχε ελλείψεις από αρκετά σπουδαία ζώα, μεταξύ των οποίων κι ο ελέφαντας. Τα εκατοντάδες κουνέλια δεν ήταν αρκετά για ν’ αντικαταστήσουν τον επιβλητικό γίγαντα. Ωστόσο, μιας και ο τόπος αναπτύσσεται, τα διάφορα κενά καλύπτονται με καλά σχεδιασμένο τρόπο.
Έτσι, μια μέρα ο διευθυντής είχε μια σπουδαία ιδέα για να προμηθευτεί ο φτωχός ζωολογικός κήπος έναν ελέφαντα και να γλιτώσει τα έξοδα. Αντιμετωπίζοντας τα ζητήματα με γραφειοκρατικό τρόπο και μην λαμβάνοντας υπ’ όψη την ουσία του θέματος, βρήκε την οικονομική και συμφέρουσα λύση: Κάποιος φύλακας θ’ αναλάμβανε να προμηθευτεί και να φουσκώσει ένα ομοίωμα ελέφαντα! Αφού θα βαφόταν με τέλειο τρόπο ώστε να μην καταλάβει κανείς τη διαφορά, θα τοποθετούνταν με τέτοιο τρόπο μέσα στον ζωολογικό κήπο ώστε να μοιάζει με αληθινό, συναρπάζοντας τους επισκέπτες και ανεβάζοντας παράλληλα και τις μετοχές του διευθυντή. Έτσι και έγινε. Ο φύλακας δεινοπαθούσε επί μέρες να φουσκώσει το ομοίωμα (τρόμπες δεν υπήρχαν μιας και –είπαμε- ο ζωολογικός κήπος ήταν φτωχός) για να τοποθετηθεί ο “ελέφαντας” σε περίοπτη θέση και να “λυθεί” το πρόβλημα. Όμως, όσο κι αν ο φύλακας έδινε τον καλύτερο εαυτό του, ο καιρός περνούσε και το αποτέλεσμα αργούσε. Τότε ο φύλακας, μαθημένος να εφευρίσκει κι ο ίδιος λύσεις για λογαριασμό της δουλειάς του (και του διευθυντή), συνέδεσε την βαλβίδα του φουσκωτού ελέφαντα με την παροχή του γκαζιού. Με μεγάλη ανακούφιση, είδε σε λίγη ώρα να στέκεται μπροστά του ένας θεόρατος ελέφαντας που τόσο έμοιαζε με αληθινό! Ένα σπουδαίο επίτευγμα με τεράστιο σώμα, πόδια σαν κολώνες, μεγάλα αυτιά και την απαραίτητη προβοσκίδα. Ο φύλακας έτριψε ικανοποιημένος τα χέρια του. Το ίδιο έκανε και ο διευθυντής του ζωολογικού κήπου όταν ο ελέφαντας τοποθετήθηκε δίπλα σ’ ένα βράχο και φάνταζε ίδιος με αληθινό, θηριώδης και μεγαλοπρεπής. Μια μεγάλη ταμπέλα, δικαιολογούσε: “Ιδιαιτέρως δυσκίνητος. Σπανίως κινείται”.
            Ο ζωολογικός κήπος αναβαθμίστηκε τόσο απλά, τόσο ανέξοδα…
Μια μέρα, οι μαθητές ενός σχολείου με τον δάσκαλό τους στάθηκαν να μελετήσουν το σπουδαίο αυτό έκθεμα του ζωολογικού κήπου, “το μεγαλύτερο των θηλαστικών το οποίο είναι και το βαρύτερο χερσαίο ζώο”, όπως περήφανα έλεγε ο δάσκαλος. Τη στιγμή εκείνη σηκώθηκε ένα αεράκι. “Το βάρος του ελέφαντα κυμαίνεται μεταξύ τεσσάρων και έξι τόνων” συνέχισε ο δάσκαλος, καθώς ο φουσκωμένος με γκάζι ελέφαντας άρχισε να ταλαντεύεται στον αέρα. “Μόνο η φάλαινα –που όμως ζει στους ωκεανούς– τον ξεπερνά”, συμπλήρωσε περήφανα ο δάσκαλος. Πίσω του ο ελέφαντας έμεινε να αιωρείται λίγο πάνω από το έδαφος ώσπου μια δυνατή πνοή τον σήκωσε ψηλά. Πολύ γρήγορα, παρασυρμένος από τον άνεμο ο ελέφαντας πέταξε πάνω από το φράχτη και χάθηκε πέρα μακριά, πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων. Τα ζώα του κήπου έμειναν να κοιτούν έκπληκτα, μην μπορώντας να καταλάβουν πώς και γιατί έγινε αυτό.
Μετά απ’ αυτό το συμβάν, οι μαθητές που παρακολούθησαν την σκηνή άρχισαν να παραμελούν τα μαθήματά τους κι έγιναν αλήτες. Αναφέρεται ότι το ‘χουν ρίξει στο πιοτό και σπάζουνε βιτρίνες. Και δεν πιστεύουν πια στους ελέφαντες…

Μρόζεκ, Σλάβομιρ (Slawomir Mrozek, Μπορζεζίν 1930 – ). Πολωνός δημοσιογράφος και λογοτέχνης. Σπούδασε αρχιτεκτονική, εικαστικές τέχνες και φιλολογία. Σταδιοδρόμησε ως δημοσιογράφος και γελοιογράφος, συνεργαζόμενος με διάφορες, μεγάλης κυκλοφορίας, εφημερίδες της πατρίδας του. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Έγραψε, κυρίως, θεατρικά έργα και διηγήματα. Στα πολωνικά γράμματα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1957 με την έκδοση και την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων του με τον τίτλο Ο ελέφαντας. Ακολούθησαν τα θεατρικά έργα Τάνγκο (1964) και Εμιγκρέδες (1974). Έργα του μεταφράστηκαν σε διάφορες ξένες γλώσσες και στην ελληνική, ενώ αποσπάσματά τους έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικά σχολικά διδακτικά βιβλία.

Patrick Suskind - Το άρωμα




     Πρόκειται για την ιστορία του Ζαν Μπατίστ Γκρενουίγ, που γεννήθηκε με ένα ιδιαίτερο χάρισμα: Έχει καταπληκτική όσφρηση. Μπορεί να οσφρανθεί αντικείμενα όπως η πέτρα, τα χρήματα, το γυαλί, δηλαδή άψυχα πράγματα που για τους κοινούς ανθρώπους δεν αναδίδουν κάποια συγκεκριμένη οσμή. Μπορεί να μυρίσει πιο χαρακτηριστικά αρώματα, όπως των λουλουδιών και των φυτών, μπορεί να αντιληφθεί ολόκληρο τον κόσμο μέσα από τις οσμές του. Το χάρισμά του αυτό του επιτρέπει να δουλέψει στη βιοτεχνία της αρωματοποιΐας για διάφορα αφεντικά, τα οποία πλήττονται από διάφορες συμφορές, μόλις ο Ζαν φύγει από τη δούλεψή τους.
     
Όμως αυτός ο άνθρωπος δεν έχει δική του μυρωδιά. Από τη στιγμή που γεννήθηκε υπήρξε ένα άοσμο τίποτα. Με βάση κάποια δύσοσμα υλικά, προσθέτοντας πιο ελαφριές αρωματικές ουσίες δημιούργησε την τέλεια απομίμηση της ανθρώπινης μυρωδιάς. Τότε, ο εγωϊσμός του, η κακία του και το μίσος του για τους ανθρώπους έφτασαν στο αποκορύφωμα. Αποφασίζει να δημιούργησει το άρωμα του έρωτα και μ' αυτό το επίτευγμα να κατακτήσει τον κόσμο. Αυτή η καταχθόνια σκέψη τον οδηγεί στην δολοφονία είκοσι πέντε νεαρών κοριτσιών προκειμένου να κλέψει την οσμή της καθεμιάς. Στο τέλος κλείνει όλες τις μυρωδιές σε ένα μικρό φιαλίδιο. Μαγεύει τους πάντες και τότε, τη στιγμή του μεγάλου του θριάμβου, το μίσος και η αηδία του για τους ανθρώπους έρχεται να δηλητηριάσει τη χαρά του. Η καταδίκη του ματαιώνεται και ο ίδιος σπαταλάει το τελευταίο άρωμα από το φιαλίδιο, κατακτώντας τις καρδιές των αποβρασμάτων του Παρισιού, οι οποίοι τον σκοτώνουν, προκειμένου ν' αποκτήσουν ένα κομμάτι του Γκρενούιγ δικό τους.

     Μέσα από το «Άρωμα» ο αναγνώστης μεταφέρεται στο γοητευτικό αλλά και ρυπαρό Παρίσι του 17ου αιώνα και από τις λεπτομερείς περιγραφές, μαθαίνει γοητευτικές λεπτομέρειες για την ιστορία της αρωματοποιίας καθώς και την διαδικασία παρασκευής των αρωμάτων.

(πηγή: Βικιπαιδεία)

George Bataille - Ιστορία του ματιού


"Η σχέση με το έργο του Μπατάιγ είναι μια σχέση δύσκολη, όχι μόνο επειδή απαιτεί ανασκευή ριζική όλων των κυρίαρχων απόψεων κι επανεξέταση ριψοκίνδυνη όλων των συνισταμένων του προβληματισμού πάνω στον άνθρωπο και τον κόσμο, αλλά προπαντός επειδή διεκδικεί ένα βλέμμα που κοιτάει, πίσω απ' τα παραπλανητικά φαινόμενα, την ουσία των γεγονότων, τη βαθύτερη αιτιολογία των πράξεων, την εσώτατη προέλευση της ιστορίας του ανθρώπου, το σημείο εκείνο της ανείπωτης φρίκης που κουβαλάμε όλοι ανεξαιρέτως μέσα μας, που δεν τολμάμε να το αντικρίσουμε, που το απορρίπτουμε ή το παραγράφουμε, γιατί και μόνο η υποψία του μας τρελαίνει, αλλά που είναι η πηγή των ειδεχθέστερων και μεγαλειωδέστερων πράξεων του ανθρώπου. Το σημείο εκείνο απ' όπου βγήκε η "Ιστορία του ματιού"."

(Δ. Δημητριάδης, Ιούλιος 1979)

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Tsunisiro Tanizaki - Το εγκώμιο της σκιάς


Το [έργο] "Το εγκώμιον της σκιάς" είναι μια πολύ εύγλωττη έκθεση της αντίληψης του Τανιζάκι (1886-1965) -ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Ιαπωνίας- για την ομορφιά, αυτήν της γιαπωνέζικης και κατ' επέκτασιν της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και κυρίως στην καθημερινή ζωή. Μας δηλώνει εξαρχής πως η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, πως ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα.

Η αισθητική αντίληψη της ομορφιάς στις ιαπωνικές τέχνες και τις πρακτικές της καθημερινότητας έχει δοξαστεί και συνοψιστεί σε λέξεις-αξίες όπως το σάμπι, που σημαίνει νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, πάλιωμα αισθητικό, πατίνα του χρόνου, ομορφιά της σκουριάς. Όπως το ουάμπι, που είναι η γαλήνια λεπτότητα, το συγκρατημένο γούστο, μια μοναχικότητα και μια θλίψη καλαίσθητες. Αξίες που πάνε χέρι χέρι με τη σκιά και εχθρεύονται καθετί που γυαλίζει και επιδεικνύεται. Η ομορφιά είναι ψυχρή, σκοτεινή και διακριτική.

Εγκώμιο και θαυμασμός του μισοσκόταδου, της καπνισμένης και θολής πατίνας που αποκτούν τα αντικείμενα με το πέρασμα του χρόνου.

Δοκίμιο με την ιαπωνική έννοια του όρου zuihitsu, δηλαδή ανάμεικτα γραψίματα, πένα ετερόκλητη και χωρίς a priori περιορισμούς του είδους, που αποτελεί όμως ένα ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος, ένα ακόμη μεικτό είδος πρόζας απ' αυτά που οι Ιάπωνες συγγραφείς από πολύ παλαιότερες εποχές τόσο αγαπούν, δοκίμιο χωρίς όμως τη θεωρητική αυστηρότητα που ο όρος υποδηλώνει στη Δύση. Ιδέες και συγκρίσεις ελεύθερες και ετερόκλητες, ποίηση και καθημερινότητα, παραδοξολογία και μαζί οι μεγαλύτερες εκλογικεύσεις του αισθητικού φαινομένου.

"Το εγκώμιον της σκιάς" γράφτηκε το 1933, όταν δηλαδή ο Τανιζάκι είχε πλέον ολοκληρώσει τη στροφή του προς την αισθητική και τις παραδοσιακές αξίες του ιαπωνικού πολιτισμού, και είναι ακριβώς ένα δοκίμιο πάνω σ' αυτήν την αισθητική και στην άβυσσο που τη χωρίζει απ' αυτήν της Δύσης.

Η έκδοση συνοδεύεται και από 12 έγχρωμες και μαυροάσπρες φωτογραφίες.