Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Hippolyte Taine - Φιλοσοφία της τέχνης

            
        Επηρεασμένος από το «θετικισμό» του Auguste Comte, που έθετε την εμπειρία σαν βάση για την ανθρώπινη γνώση, ο Hippolyte Taine διατύπωσε τη φιλοσοφία της τέχνης «Philosophie de l’ art», την οποία ασπάστηκαν οι νατουραλιστές. Σύμφωνα με αυτήν ο άνθρωπος εξαρτάται από την κληρονομικότητα, τον κοινωνικό του περίγυρο και την ιστορική στιγμή. Οι εμπειρίες λοιπόν του ατόμου συσχετίζονται άμεσα με αυτούς τους παράγοντες (της φύσης), οπότε αυτός είναι ανελεύθερος, κινείται σύμφωνα με το ένστικτό του και δε φέρει ευθύνη για τις πράξεις του. Και αφού δεν υπάρχει ηθική στη φύση, δε θα πρέπει να υπάρχει ούτε στην τέχνη. Η τέχνη θα πρέπει να παραμένει αντικειμενική και κάθε έργο να είναι σαν ένα επιστημονικό πείραμα βασισμένο στην παρατήρηση της πραγματικότητας.


Ίρις Βατσέλλα

Albert Camus - Η πτώση


Ο Ζαν-Μπατίστ-Κλαμάνς είναι ένας "ήρωας της εποχής μας": η εξυπνάδα του να στέκεται πάντα στη "σωστή" πλευρά της ζωής τον κάνει έναν άντρα ικανοποιημένο από τον εαυτό του, έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί την υποκρισία για να αρέσει στους άλλους. Μέχρι που μια νύχτα ακούει μια άγνωστή του γυναίκα να πέφτει στα νερά ενός ποταμού. Αυτός ο τόσο καλός, ο τόσο ελεήμων, ο τόσο συμφιλιωμένος με την "σωστή", ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν θα τη βοηθήσει και τότε όλα γύρω του θα καταρρεύσουν. Μετά τον "Ξένο" και την "Πανούκλα", ο Καμύ με την "Πτώση" ολοκληρώνει την αριστουργηματική του τριλογία που τον έκανε διάσημο σ' όλο τον κόσμο χαρίζοντάς του και ένα από τα πιο δίκαια βραβεία Νόμπελ στην ιστορία του θεσμού.

πηγή: http://www.perizitito.gr

Albert Camus - Η πανούκλα


Κάτω απ' τον τρόμο που προκαλεί η απροσδόκητη εισβολή μιας φοβερής επιδημίας, όπως η πανούκλα, σε μια ανυποψίαστη πόλη, ο συγγραφέας κατορθώνει να περιγράψει έντονα όλη την αντίδραση, την αγωνία και την παθητική αναμονή ή την απόγνωση εκείνων που προσβάλλονται ή θα προσβληθούν. Πρόκειται για την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στον παραλογισμό μιας μάστιγας που κανένας δεν μπορεί να πολεμήσει κι απ' την οποία δεν μπορεί να αμυνθεί. Απ' την άλλη μεριά ένα άλλο είδος ανθρώπων, όχι πια αυτοί που υποφέρουν αλλά αυτοί που μάχονται, διασώζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

πηγή: http://www.biblionet.gr

Albert Camus - Ο ξένος



   

                Ο Ξένος είναι ένα κλασικό έργο. 
                Ας δούμε όμως λιγάκι την πορεία του  Καμύ πριν γραφτεί: γεννήθηκε το 1913 στο Αλγέρι, ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν δύο χρονών στη μάχη του Μάρνη και τον ανάθρεψε η μητέρα του σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες.  Πήγε στο κοινοτικό σχολείο, φοίτησε σαν υπότροφος στο γυμνάσιο Μουσταφά στο Αλγέρι όπου αντιμετώπισε την εχθρότητα των παιδιών των μεγαλοαστών (1918 - 1931).
                Αρρώστησε από φυματίωση, συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο στο Αλγέρι. Σημαντικά γεγονότα εξακολουθούν να σημαδεύουν τη ζωή του, η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και η έκδοση του βιβλίου του Μαλρώ « Η ανθρώπινη μοίρα».
                Καθόλου παράξενο λοιπόν που ο Καμύ αποφάσισε να γίνει στρατευμένος συγγραφέας, έγινε μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος αν και διαφώνησε με τη γραμμή του κόμματος κι έκοψε κάθε δεσμό μετά από ένα σχεδόν χρόνο. Τον ίδιο χρόνο (1935) παίρνει το δίπλωμα  της Φιλοσοφίας  κι αρχίζει να γράφει «Τα τετράδια » που θα αποτελέσουν αργότερα το δοκίμιο «Από την καλή και την ανάποδη» (1937).
                Πρωτοεμφανίζεται σαν δημοσιογράφος το 1938 κι εκδίδει το δοκίμιο «Γάμοι». Γνωρίζεται με τον Μαλρώ.   Το 1940 παντρεύεται για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν το 1934) στη Γαλλία και προσλαμβάνεται σαν γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα «Παρί - Σουάρ». Εργάζεται σαν καθηγητής στο ιδιωτικό κολέγιο του Οράν. Προσχωρεί στην γαλλική αντίσταση.Το 1942 παθαίνει δεύτερη κρίση φυματίωσης, εκδίδει το φιλοσοφικό του δοκίμιο « Ο μύθος του Σίσυφου» και το μυθιστόρημα «ο Ξένος».
                Θα σταματήσω εδώ καθώς τα γεγονότα που ως τώρα αναφέρω μας δίνουν μια εικόνα της εξελικτικής πορείας του  ως άνθρωπο και συγγραφέα μέχρι την δημιουργία του «Ξένου»,  βιβλίο το οποίο θα προσεγγίσω με τον δικό μου τρόπο.Θα προσθέσω μόνο άλλα τρία σημαντικά γεγονότα που νομίζω πως τον χαρακτηρίζουν ως πνευματικό άνθρωπο χωρίς να αναφερθώ στα επόμενα δημιουργήματά του. Το 1949 δημοσίευσε έκκληση για την ζωή  των καταδικασμένων σε θάνατο στην Ελλάδα του Εμφυλίου Πολέμου. Το 1952 παραιτήθηκε επιδεικτικά από την ΟΥΝΕΣΚΟ γιατί δέχτηκε σαν μέλος της την Ισπανία του φασίστα Φράνκο και τέλος, το 1957 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ.
                Το τέλος της ζωής του ήρθε λίγο αργότερα το 1960 στις  4 Γενάρη, με την ανατροπή του αυτοκινήτου του εκδότη του στο οποίο επέβαινε και σκοτώθηκε. Ένα τέλος που τον κατατάσσει στις  τραγικές φιγούρες της ζωής.

                Η υπόθεση του μυθιστορήματος: Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου Μερσώ, ένας ασήμαντος γραφειοκράτης, χωρίς ιδεολογία, άθεος, ένας άβουλος άνθρωπος, αντικοινωνικός, χωρίς πάθη, φιλοδοξίες και φίλους,  χωρίς όνειρα, χωρίς κανένα ουσιαστικό δεσμό με τους γύρω του, ζει μια αδιάφορη ζωή υποταγμένος στη μοίρα.
                Αναπτύσσει σχέσεις επιφανειακές με τους γύρω του (ο δεσμός του με την Μαρί και η φιλία του με τον Ραϊμόν) αρνείται όμως να συμμετάσχει ενεργά στη ζωή προσπαθώντας να ελέγξει το πεπρωμένο όπως κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι παλεύοντας, ελπίζοντας  ή πιστεύοντας σε κάτι που θα την αλλάξει γιατί υπάρχει μέσα του μια ενστικτώδης άρνηση που εκφράζεται με αδιαφορία  και απραξία σε όσα του συμβαίνουν.  Ζει σε μια κοινωνία παράξενα αυταρχική και καταπιεστική.
                Από τη μια λοιπόν ένας άνθρωπος ξένος προς την ζωή, ξένος με τους γύρω, απορεί με τον τρόπο που οι άλλοι λειτουργούν, αισθάνονται και σκέφτονται (η γυναικούλα νευρόσπαστο, ο γέρο Σαλαμανό, ο φύλακας, η Μαρί, ο εισαγγελέας, ο δικηγόρος κλπ) κι από την άλλη μια απολιθωμένη κοινωνία που καταδικάζει αυτούς που δεν ακολουθούν τις συναισθηματικές και ηθικές αξίες της και τις αμφισβητούν δηλ όσους δεν λειτουργούν  σύμφωνα με τους «κοινά» αποδεχτούς της όρους.
                Ανάμεσα σε μια τέτοια κοινωνία και τον «ξένο» εισβάλλει το τυχαίο με την μορφή αρχικά του θανάτου της μητέρας του, τον οποίο αντιμετωπίζει σχεδόν αδιάφορα «δεν είχα τίποτα να περιμένω από αυτήν αλλά ούτε κι αυτή από εμένα», τον αδιάφορο έρωτά του για την Μαρί που δυστυχώς  γεννήθηκε την επομένη της κηδείας (ενοχοποιητικό στοιχείο στη δίκη ) και με τη φιλία του με τον Ραϊμόν που ο Μερσώ δέχεται αλόγιστα.    
                Ακολουθεί το έγκλημα που κάνει σκοτώνοντας τον Άραβα που οφείλεται κι αυτό σε συμπτώσεις συνθηκών
  (ο εκτυφλωτικός ήλιος, η κούραση, η επιθετικότητα του Ραϊμόν και του Άραβα).  Αφήνεται και πάλι έρμαιο των γεγονότων που ακολουθούν το φόνο, αφού στη δίκη τον υπερασπίζεται ένας δικηγόρος που ορίζεται αυτεπάγγελτα, δεν προσπαθεί καθόλου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, παρακολουθεί σχεδόν με απάθεια σαν τρίτος (παρακολουθεί την εξωτερική εμφάνιση ή τη συμπεριφορά των άλλων,) ξαφνιάζεται με το μίσος που του δείχνει ο εισαγγελέας (του φαίνεται τόσο ανεξήγητο όσο και η φιλία που του πρότεινε ο Ραϊμόν).
                Ωστόσο για τη δικαιοσύνη δεν υπάρχει τύχη. Ο εισαγγελέας εξιστορεί με τη σειρά τα γεγονότα που οδήγησαν τον Μερσώ να σκοτώσει, ισχυριζόμενος πως είχε απόλυτη επίγνωση των πράξεών του. Μάλιστα την επίγνωση αυτή τη στηρίζει επικαλούμενος την εξυπνάδα του για να πείσει πως πρόκειται για πράξη απεχθή και προμελετημένη, στηρίζει δε το παράλογο της αγόρευσής του στο γεγονός πως δεν δήλωσε ποτέ μετάνοια «πώς να τόκανε άλλωστε αφού κήδεψε τη μητέρα του με την καρδιά ενός εγκληματία;». Όλα αυτά οδηγούν τον Μερσώ στην καταδίκη και προ της λαιμητόμου.
                Στη φυλακή σκέφτεται τον τρόπο που έζησε, παρόλα αυτά δεν τον αναιρεί «είχα ζήσει κατά έναν ορισμένο τρόπο και θα μπορούσα να  είχα ζήσει με κάποιον άλλο». Σκέφτεται τη μητέρα του και την κοινή τους μοίρα μπροστά στο θάνατο, για πρώτη φορά συναισθάνεται αφού καταλαβαίνει την επιθυμία και ανάγκη της να κάνει νέα αρχή μιας κι αυτός είναι και ο δικός του πόθος.
                Έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του. Σαν κάθε άνθρωπο φοβάται τον θάνατο και τον τρόπο που αυτός θα επέλθει,  η λαιμητόμος του στερεί την παραμικρή ελπίδα διαφυγής. Παρατηρεί την αδικία που διέπει το ποινικό σύστημα « είχα παρατηρήσει πως ήταν βασικό να δίνεται μια ευκαιρία στον κατάδικο. Μια μόνο στις χίλιες ήταν αρκετή για να διορθώσει πολλά πράγματα». Σκέφτεται την Μαρί. Παρόλα αυτά δεν απελπίζεται, όμως θυμώνει. Τον θυμό και τον αγνωστικισμό του ξεσπά στον κληρικό που τον επισκέπτεται αρνούμενος την κατήχηση και την παρηγοριά που του προσφέρει.
                Αποδέχεται την ζωή όσο και τον θάνατο, η επίγνωση αυτή κι ο θυμός που ξεσπά τον ελευθερώνει «λες κι αυτός ο μεγάλος θυμός με είχε απαλλάξει από το κακό, μου είχε αφαιρέσει την ελπίδα και μπροστά σ' αυτή τη φορτωμένη σημάδια και άστρα νύχτα, ξανοιγόμουνα για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Διαπιστώνοντας πόσο όμοιος ήταν μ' εμένα, πόσο τέλος πάντων αδελφικός, ένοιωσα πως είχα γίνει ευτυχισμένος και πως ήμουνα ακόμα ευτυχισμένος». Ούτε μια στιγμή μετάνοιας, κι η ευτυχία που νοιώθει ένα ακόμη στοιχείο του παραλόγου.
                Λυτρωμένος  από τον φόβο του θανάτου και την κοινωνική του μάσκα τραγική φιγούρα πια διατυπώνει μιαν ευχή: «Για να γίνουν όλα στην εντέλεια, για να νοιώσω λιγότερο μόνος, μου απόμεινε να εύχομαι να υπάρχουν πολλοί θεατές την μέρα της εκτέλεσής μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους».
                Ο ήρωας του Καμύ μας ξαφνιάζει. Αναρωτιέται κανείς. Πως μπορεί να είναι τόσο αδιάφορος ένας άνθρωπος ώστε να μην δίνει καμία αξία και νόημα στη ζωή του;
                Πως αφήνεται στη μοίρα που τον καθιστά τελικά παιχνιδάκι στα χέρια της;
                Πως γίνεται τυχαία να αφαιρέσει μια ζωή;
                Πως να παρακολουθεί την δίκη του σαν θεατής ενώ δικάζεται από μεροληπτικούς δικαστές, προκαλώντας έτσι την δυστυχία και το τέλος της ζωής του;
                Πως γίνεται η Δικαιοσύνη να επιβάλλει μια ποινή βασιζόμενη σε μια σαθρή λογική που αντιστρατεύεται κάθε Δίκαιο; Στην πραγματικότητα δεν καταδικάζεται για το έγκλημα που έχει διαπράξει αλλά γιατί είναι διαφορετικός από τους ομοίους του, ξένος ανάμεσα σ' αυτούς (δεν έκλαψε στην κηδεία της μάνας του). Δεν είναι παράλογο;
                Μήπως ο Μερσώ αρχικά αν και με τον δικό του τρόπο  ενσωματωμένος στην κοινωνία φορούσε μια μάσκα αδιαφορίας κι υποταγής για να έχει την ελευθερία να ζει τους στιγμιαίους πόθους και  συναισθήματά του;
Μήπως στην πραγματικότητα η απάθεια ήταν το μόνο όπλο που διέθετε απέναντι στο φόβο, τη μοναξιά, τον θάνατο ζώντας σε μια κοινωνία
  παράλογη και ξένη; Μήπως μια μάσκα φορούμε όλοι και σωπαίνουμε για να είμαστε κοινωνικά αποδεκτοί ώστε να εξασφαλίσουμε το δικαίωμα στη ζωή και μερίδιο της ευτυχίας που μας ανήκει;
                Σε όλο το μυθιστόρημα  το παράλογο είναι που κυριαρχεί. Γι αυτό θέλησε ο Καμύ να μιλήσει, για το παράλογο σε όλο του το μεγαλείο, το παράλογο μιας απολιθωμένης κοινωνίας και το προϊόν της που είναι η παράλογη συμπεριφορά των ανθρώπων της, το παράλογο χρησιμοποιεί για να περιγράψει την αίσθηση της ανούσιας ύπαρξης.
                Ίσως το μυθιστόρημα να χαρακτηρίζεται από μια έξαρση υπερβολής, όμως πάλι σκέφτομαι πόσες φορές οι άνθρωποι έχουν σταθεί αντιμέτωποι με την κοινωνία και τις δομές της, πόσες φορές έχασαν την ζωή τους μαχόμενοι, πόσες φορές διχάστηκαν με τον ίδιο τους τον εαυτό, κι άλλες πόσες στάθηκαν ανίκανοι να κυριαρχήσουν στη ζωή τους ή ν' αλλάξουν την ροή της ιστορίας και σωπαίνω…
                Το έργο γράφτηκε από ένα μαχόμενο συγγραφέα - φιλόσοφο - υπαρξιστή, σε μια εποχή (1942) που οι συγγραφείς αισθάνονταν ανίσχυροι μπροστά στον παραλογισμό του πολέμου και στις φρικαλεότητες που μπορεί να προξενήσει ο άνθρωπος.
                Ας αναρωτηθούμε πια είναι η ουσία της δικής μας ζωής και πως αυτή την διαχειριζόμαστε, σε ποιες κοινωνίες ζούμε, βιώνοντας τη φρίκη του πολέμου και της εξαθλίωσης αναπαυτικά στους καναπέδες μας μέσω της τηλεόρασης (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ Παλαιστίνη κλπ) κι ας σκύψουμε μέσα μας να δούμε αν εγκλωβισμένοι σε μια ζωή φαινομενικά ασφαλή κρύβουμε σ' ένα βαθμό ένα Μερσώ που λειτουργεί τόσο παράλογα όσο παράλογος είναι και ο κόσμος του.

                « Ο παράλογος άνθρωπος είναι ένα κλασικό έργο που γράφτηκε για το παράλογο και κόντρα στο παράλογο», «ο παράλογος άνθρωπος δεν έχει τίποτα να δικαιολογήσει »  Σάρτρ.

                [...]

Αικατερίνη Βεζιρτζόγλου
Για το λέξημα 
http://www.lexima.gr


Εγώ με τη σειρά μου θα συμπληρώσω μόνο πως νιώθω ότι, εκτός από την περιγραφή του παραλόγου και την τεχνική του να παρακολουθεί ο ήρωας το δράμα της ζωής του σαν θεατής, πράγμα που μας οδηγεί και εμάς τους αναγνώστες στο επίπεδο της συνειδητής επίγνωσης της τραγικότητας με αρκετά κομψό τρόπο, το έργο αυτό του Καμύ κρύβει μέσα του και μια επίδειξη της ανημποριάς του ανθρώπου να οδηγήσει τελικά τη μοίρα του, κάτι σαν κοροϊδία στις φανφάρες του Μπετόβεν του προηγούμενου αιώνα και σαν ταφόπλακα κάθε ιδεαλιστικής προσπάθειας. Μία συνέχεια του Κάφκα με πιο ρεαλιστική προσέγγιση στο αισθητικό πεδίο.

D.K.

Jonathan Swift - Η μάχη των βιβλίων




"H Σάτιρα είναι ένα είδος καθρέπτου, όπου όσοι κοιτάζουν ανακαλύπτουν γενικώς το πρόσωπον οιουδήποτε άλλου εκτός από το ιδικόν των". Ο Τζόναθαν Σουίφτ, με καυστικότητα και χιούμορ, περιγράφει την αντιπαράθεση των αρχαίων με τα μοντέρνα βιβλία. Πεδίο της μάχης η Βασιλική Βιβλιοθήκη του Αγίου Ιακώβου, όπου ο Αίσωπος, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ο Βιργίλιος, ο Μίλτων και ο Καρτέσιος μπλέκονται σε μιά μέχρις εσχάτων διαμάχη με άλλους γνωστούς και άγνωστους συγγραφείς. Η Μάχη των βιβλίων, γραμμένη το 1697, παραμένει τριακόσια χρόνια μετά εξίσου γλαφυρή και επίκαιρη, και θα παραμένει πάντα, όσο θα αντιμάχονται το παλιό και το καινούργιο, και όχι μόνο στο χώρο του βιβλίου. 

πηγή: www.greekbooks.gr

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Fyodor Dostoyefsky - Το όνειρο ενός γελοίου



Είπα πως είχα αποκοιμηθεί χωρίς να το καταλάβω, τη στιγμή που εξακολουθούσα να σκέφτομαι τα ίδια πράγματα. Ξαφνικά, ονειρεύτηκα πως έπαιρνα το περίστροφο και πως, καθισμένος όπως ήμουνα, το πήγαινα ολόισια στην καρδιά μου - στην καρδιά και όχι στο κεφάλι. Κι' όμως, είχα αποφασίσει να χώσω μια σφαίρα στο αριστερό μου μηνίγγι. Αφού λοιπόν το ακούμπησα στο στήθος μου, περίμενα ένα - δυο δευτερόλεπτα και το κερί μαζί με το τραπέζι και τον απέναντι τοίχο αρχίσανε ξαφνικά να κουνιούνται σα να τρικλίζανε. Πυροβόλησα βιαστικά.

Πολλές φορές τυχαίνει να βλέπης στ' όνειρό σου πως πέφτεις από πολύ ψηλά, πώς σε πληγώνουν ή πως σε δέρνουνε. Μα ποτές δεν νοιώθεις πόνο, εκτός πια αν τύχη να κτυπήσης στο σίδερο του κρεβατιού, οπότε δεν μπορεί παρά να πονέσης.

Όμως εμένα μου φάνηκε πως ένοιωσα κάποιον κλονισμό απ' αυτήν την πιστολιά- και ξαφνικά όλα σβύσανε κι έμεινα βυθισμένος μέσα σε βαθύ σκοτάδι. Σαν να τυφλώθηκα και να βουβάθηκα. Ύστερα, είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα κάτω από κάτι σκληρό, χωρίς να βλέπω τίποτα κι' ούτε να μπορώ να κάνω την παραμικρή κίνηση. Γύρω μου περπατάνε, φωνάζουνε, ο λοχαγός ουρλιάζει, η σπιτονοικοκυρά ωρύεται. Και πάλι, γίνεται μια ξαφνική, διακοπή και με μεταφέρουν ξέσκεπο μέσα σ' ένα φέρετρο. Νοιώθω το φέρετρο που σκαμπανεβαίνει, το συλλογιέμαι αυτό, και για πρώτη φορά μούρχεται στο νου μου η ιδέα πως είμαι πεθαμένος, πεθαμένος για τα καλά. Το ξέρω χωρίς καμμιά αμφιβολία, αφού ούτε βλέπω ούτε κουνιέμαι, κι' όμως αισθάνομαι και σκέφτομαι. Αλλά πολύ γρήγορα συνηθίζω, σύμφωνα με τη λογική των ονείρων παραδέχομαι ασυζητητεί την πραγματικότητα.

Και να που με κατεβάζουν μέσα στη γη. Όλοι φεύγουν, και γω μένω μόνος, ολομόναχος. Δεν κουνάω ούτε ένα μέλος μου. Πριν, στα νυχτέρια μου, όταν συλλογιώμουν πως θα ήμουν μέσα στον τάφο, η μόνη ιδέα που μου ερχόταν είτανε το αίσθημα της υγρασίας και του κρύου. Έτσι και τώρα, ένοιωθα πως κρύωνα πολύ, και προπαντός στην άκρη των δαχτύλων των ποδιών μου, μα δεν ένοιωθα τίποτε άλλο απ' αυτό.

Κειτόμουν, και, παράξενο πράγμα, δεν περίμενα τίποτα, και παραδεχόμουν χωρίς να το αμφισβητώ πως ένας πεθαμένος δεν πρέπει τίποτα να περιμένη. Μα είχε υγρασία. Δεν ξέρω πόσο έμεινα έτσι, μια ώρα, ίσως και μερικές μέρες, μπορεί και πολλές μέρες. Και να που ξαφνικά, πάνω στο κλειστό αριστερό μου μάτι, μέσ' από το σκέπασμα του φέρετρου, έπεσε μια σταγόνα νερό, κι' ύστερα μια άλλη, κι' έτσι συνέχεια, σε κάθε λεπτό της ώρας. Ένα βαθύ πείσμα μούκαψε την καρδιά, κι' ένοιωσα ένα αίσθημα φυσικής αδιαθεσίας: «Είναι από την πληγή μου, σκέφτηκα- είναι η πιστολιά που τράβηξα, και η σφαίρα βρίσκεται αυτού». Κι οι σταγόνες μαζεύονταν μια κάθε λεπτό. Πέφτανε ολόισια πάνω στο κλειστό μου μάτι. Και τότε, ξαφνικά φώναξα, όχι βέβαια με τη φωνή μου αφού ήταν παράλυτη, μα με όλο μου το είναι, τον αυθέντη εκείνον που ήμουν παίγνιό του. [...]

Louis Aragon - Το χωριό μου το Παρίσι


Γάλλος ποιητής, συγγραφέας και κριτικός. Γεννήθηκε στο Παρίσι (1897 - 1981). Ίδρυσε, μαζί με τους Αντρέ Μπρετόν και Φιλίπ Σουπό, το λογοτεχνικό κίνημα "νταντά", από το οποίο προήλθε ο σουρεαλισμός. Ήταν μαρξιστής και υπέρμαχος του κομουνισμού. Θεωρείται ο ποιητής της γαλλικής αντίστασης. Το 1920 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του "Φώτα χαράς" και το 1921 το σουρεαλιστικό μυθιστόρημα "Ανισέ". Στα έργα του κυριαρχούν η πολιτική στράτευση, η φιλοπατρία και ο έρωτας για τη γυναίκα του. Έγραψε: "Η Γαλλίδα Άρτεμις", "Τα μάτια της Έλσας", "Για ένα σοσιαλιστικό ρεαλισμό", "Όμορφες συνοικίες" κ.ά.

πηγή: http://www.protoporia.gr